2010
Σπένσερ Κίμπαλ (1895–1985)
Απρίλιος 2010


Ενθύμηση μεγάλων ζωών

Πρόεδρος Σπένσερ Κίμπαλ (1895–1985)

Μεγαλώνοντας στην αγροτική Αριζόνα, ο Σπένσερ Κίμπαλ έμαθε να εργάζεται σκληρά σε πολύ μικρή ηλικία. Εγγονός του Αποστόλου Χίμπερ Κίμπαλ (1801–68) και υιός ενός προέδρου πασσάλου, ο Σπένσερ ανέπτυξε επίσης μία δυνατή μαρτυρία και βαθεία αφοσίωση στο ευαγγέλιο.

Όταν ήταν μικρός, ήταν συχνά καθήκον του Σπένσερ να ανεβαίνει στην άμαξα με τα άχυρα και να πιέζει με τα πόδια του το άχυρο καθώς οι μεγαλύτεροι αδελφοί του το πετούσαν ψηλά στην άμαξα. Ήταν καυτή, γεμάτη σκόνη δουλειά και έκανε γρατσουνιές, αλλά την έκανε εκτός όταν κτυπούσε η καμπάνα, για να σημάνει την έναρξη της Προκαταρκτικής, που τότε διεξήγετο κατά τη διάρκεια της εβδομάδος. Είχε ένα τέλειο παρουσιολόγιο και δεν επρόκειτο να το χάσει. Οι αδελφοί του είχαν άλλες ιδέες και άρχισαν να πετούν τα άχυρα στην άμαξα ακόμη πιο γρήγορα. Όταν παρατήρησαν ότι το άχυρο στοιβαζόταν, ο Σπένσερ ήταν στη μέση της διαδρομής προς την Προκαταρκτική.

Ο Σπένσερ Κίμπαλ συνέχισε την υπηρέτησή του ως ιεραπόστολος, επίσκοπος και πρόεδρος πασσάλου, προτού την κλήση του ως απόστολος το 1943. Η δεοντολογία του ήταν θρυλική, παρά τον αριθμό σοβαρών ασθενειών που συμπεριελάμβαναν καρδιακή προσβολή και καρκίνο στον λαιμό. Παρότρυνε τα μέλη της Εκκλησίας να «ανοίξουν το βήμα τους» και το προσωπικό του λόγιον ήταν απλώς: «Κάνε το». Λόγω της υγείας του, ορισμένοι νόμισαν ότι η διοίκηση του Σπένσερ Κίμπαλ ως Προέδρου της Εκκλησίας μάλλον θα ήταν σύντομη. Όμως προήδρευσε της Εκκλησίας επί 12 έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων ο αριθμός των εν λειτουργία ναών διπλασιάσθηκε, ο αριθμός των ιεραποστόλων αυξήθηκε 50 τοις εκατό και η ιεροσύνη εδόθη σε όλα τα άξια άρρενα μέλη.

Η ακλόνητη αφοσίωσή του στο ευαγγέλιο και το η δυνατή του δεοντολογία μετέφεραν τον Σπένσερ Κίμπαλ από τις ταπεινές απαρχές στην αγροτική Αριζόνα στα ηγετικά συμβούλια της Εκκλησίας. Η διοίκησή του ως Προέδρου της Εκκλησίας σημαδεύθηκε από σημαίνουσα ανάπτυξη στην οικοδόμηση ναών και στο ιεραποστολικό έργο. Αριστερά: Με τη σύζυγό του, Καμίλλα (1894–1987).